BLACK ROCK MEMORIES

Υπάρχεις βαθιά στο μυαλό μου
οφθαλμαπάτη που σβήνεις το φως μου
περπατάς στης καρδιάς μου τους χτύπους
μου μιλάς με παλιούς και μονάκριβους ήχους
και γλεντάς και γελάς,

και υπάρχεις

σ’ αναμνήσεις που δεν θέλουν να σβήσουν
και στο χτες, στο μετά και στο τώρα,

και υπάρχεις

σαν πληγή που δεν λέει να κλείσει
σαν το χέρι που δεν θέλει ν’ αφήσει
το λουλούδι της νιότης ν’ ανθίσει
κυβερνάς τα σκοτάδια του νου μου
και κρατάς τα κλειδιά του κορμιού μου

ανεκπλήρωτη αγάπη,
μοναχικό μου τοπίο,
σ’ ένα σύμπαν φτιαγμένο για δύο
ένας πόθος που ξερνάει μιζέρια,

και υπάρχεις,

μες στη τρέλα της σκέψης,
θέλεις μαύρες τρύπες να θρέψεις

και υπάρχεις

και μόνο γι’ αυτό
έναν ήλιο που θέλω να δω
να προλάβεις να κλέψεις.

Νίκος Γεωργόπουλος, Τα αγαθά κόποις φλέγονται, Αθήνα 2015

ΟΝΕΙΡΩΞΗ

Θέλω να δω τη λύπη των ταύρων ώριμη,
θέλω να παίξω μπάλα σ’ ένα σύννεφο,
θέλω να λιώσω μέσα και πιο μέσα σου.

Είναι φρικτό το κρύο του Δεκέμβρη
κι είναι μουντή η ατμόσφαιρα της πόλης μας.
Καθώς το σκάζουν τα πιθήκια από τον κήπο,
συστήνουν πανστρατιά, πολιορκούν τα αισθήματά μας,
στρατιά ορμούν να φάνε την μπανάνα μου.

Αχ! Πού να κρύψω αυτό το κίτρινο κοτσάνι…

Δαιμόνιος,
Ηρακλής Ψωμιάδης
Από την ποιητική συλλογή Ποιήματα, εκδ. Ερωδιός, Θεσ/νίκη 2015

Ολόφωτο πανηγύρι…

Καθόμουν, λέει, πάνω σε κρύσταλλους αλατιού
κι έτσι όπως τους ανάδευα
έβρισκα νεκροκεφαλές, διάφορα μεγέθη.
Την πρώτη που έπιασα στα χέρια μου, την πέταξα στα δικά σου.
Δεν θυμάμαι αν μου τη ζήτησες, δεν θυμάμαι καν τη μορφή σου.
Μόνο ότι στεκόσουν στην πόρτα κι έπρεπε να σου τη δώσω…
Κι ένα φως να γεμίζει το χώρο και να τον γαληνεύει.
Ποιο τέλος, ποιαν αρχή να κρύβει τ’ όνειρο;
Ποιο φόβο, ποιαν ελπίδα;

Εσύ, οι κρύσταλλοι αλατιού, πάνωθε τους εγώ
και οι νεκροκεφαλές της Γης να ξεπροβάλλουν
στο ολόφωτο πανηγύρι Ζωής και Θανάτου!

©Μαρία Πισιώτη
23.11.2015

Απολογισμός

49 φθινόπωρα ανασαίνουν ακόμα στο δύσκαμπτο γίγνεσθαι εν έτη 2015 μ.Χ.
Ίσως και να ‘ναι ανάσες χιλιετιών… έτσι νιώθω…
να βιώνω ξανά και ξανά την αυτοκαταστροφή του ανθρώπου.
Με ξεπερνάει. Ματώνω εν μέσω σιωπής.
Ήλπιζα ότι η αυγή της αρμονικής συνύπαρξης δεν θα αργήσει να έρθει αυτή τη φορά.
Πόσο έξω έπεσες Ελπίδα μου! Τόσες φωνές βοούν, τόσες φωνές πνίγονται…
τις ακούς, συμπάσχεις , συμπορεύεσαι στον κοινό αγώνα για ένα καλύτερο αύριο με ό,τι
δυνάμεις έχεις. Μα ο πόνος κλιμακώνεται… η Μεσόγειος ενταφιάζει το όνειρο, την ελπίδα…
Η αρχαία Γη φλέγεται, ρημάζει απ’ άκρη σ’ άκρη, δάκρυα κατατρέχουν το κορμί της
κι ο χρόνος κυλά ανάλγητος. Ενίοτε προβάλλουν ελπιδοφόρες οάσεις μα σκοντάφτουν
στην αίγλη της εξουσίας, πάσης φύσεως εξουσία… Τα οικονομικά μεγέθη τρομάζουν,
αιώνες τώρα εξουσιάζουν, ορίζουν έθνη, κράτη, φυλές, σκοπιμότητες…
σκοπιμότητες του λαβείν, του αρπάζειν πιο σωστά˙
και να οι πόλεμοι, οι αρρώστιες, η φτώχια, η πείνα, οι βιασμοί˙
κοινωνική ανισότητα σε όλα τα επίπεδα και οι πορείες πνιγμένες στα δακρυγόνα.
Φόβος να διέπει τις μάζες, οι θρησκείες να μοιράζουν υποσχέσεις και ανταλλάγματα
και μια ψεύτικη ευημερία να προσδίδει η εξέλιξη της τεχνολογίας.
Χα! Η εξέλιξη της τεχνολογίας αλλάζει τα δεδομένα της καθημερινότητας αλλά και της επικοινωνίας,
ενώ η μαγεία του σύμπαντος δυναμιτίζει το όνειρο. Ω ναι! μικροί δραπέτες της στιγμής γινόμαστε
μα η προσγείωση οδυνηρή στο επόμενο λεπτό
γιατί η εξαθλίωση της ανθρώπινης υπόστασης είναι απτή.
Κι αν σε τρομάζει, κι αν σε πληγώνει οφείλεις να είσαι εκεί
ν’ αντέχεις, να χαμογελάς και ν’ αγωνίζεσαι για το κοινό καλό.
Να ενδυναμώνουν οι ηλιαχτίδες μέσα από σένα και να διώχνουν τα σκοτάδια.
Εγκάρδιος να υψώνεται ο ήλιος στα μάτια της Γης
και το χαμόγελο να ανθίζει στην αγκαλιά της.
49 χαλκοπράσινα φθινόπωρα  μιαν Άνοιξη προσδοκούν.

©11/11/2015

ΤΟ ΦΟΡΕΜΑ

ξύπνα, μάνα, έρχονται οι άλλοι
η νύχτα θα γίνει πυροτέχνημα απόψε
κράτα μου το χέρι, μην κλαις
μια βροχή από πεφταστέρια θα στολίσει τα μαλλιά σου

ύστερα τα πουλιά θα πετάξουν μακριά
θ’ ανοίξει η γη, ο βράχος θα κυλήσει
πέτρα θα γίνει, βότσαλο απαλό, μη φοβάσαι μάνα

να, τους βλέπω κιόλας στην άκρη του κρεβατιού
ένα χαμόγελο έχουν κρυμμένο για μένα
ένα χαμόγελο σαν το δικό σου

θυμάσαι τότε που με φύλαξες πρώτη φορά;
που μ’ έντυσες μετά με τ’ ακριβά σου;
αχ, πόσο δεν ήθελα να αποχωριστώ εκείνο το σώμα σου

το φόρεμά μου τώρα θα βγάλω
θα το απλώσω στα πόδια σου
σύννεφο θα γίνω γιορτινό
φως της θάλασσας – μη λυπάσαι

πώς να ‘ναι τα κύματα, τάχατες; πούθε πηγαίνουν;
γυρνάνε άραγε ποτέ; θα με ξαναδείς;

τα χέρια απλώνω, πιάσε με
δεν είμαι έτοιμη, μάνα, τα παιδιά πεινάνε

να τα προσέχεις

Γεωργία Βεληβασάκη

Γυμνά πόδια

Γυμνά πόδια*
στις επάλξεις λοιπόν
όλη νύχτα διασχίζαμε δύσβατα μονοπάτια
για να φθάσουμε κάπου,να δούμε λίγο ουρανό
να ξαποστάσουμε
να βρούμε ένα κομμάτι ψωμί
κι ας ήταν από περισσέματα άλλων
όλη νύχτα συνεχίζαμε χωρίς σταματεμό
και ας μην μετακινήθηκε σπιθαμή παραπέρα
ο απέναντι τοίχος
από τον ακάλυπτο της διπλανής πολυκατοικίας.

 

 

*για τους πρόσφυγες
για τους Έλληνες που υποφέρουν από την οικονομική κρίση
για κείνους που λένε πολλά κ δεν πράττουν τίποτα,
αφού ο αντιρατσισμός τους είναι επιλεκτικός

©Φανή Αθανασιάδου
17/6/2015

*

ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ Γ΄, Απόσπασμα 6, Ο ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ

Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη,
Κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα,
Και μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους
Ανάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος.
Νερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα,
Χύνονται μες την άβυσσο τη μοσχοβολισμένη,
Και παίρνουνε το μόσχο της, κι αφήνουν τη δροσιά τους,
Κι ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,
Τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια.
Έξ’ αναβρύζει κι η ζωή σ’ γη, σ’ ουρανό, σε κύμα.
Αλλά στης λίμνης το νερό, π’ ακίνητό ‘ναι κι άσπρο,
Ακίνητ’ όπου κι αν ιδής, και κάτασπρ’ ως τον πάτο,
Με μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα,
Που ‘χ’ ευωδίσει τς ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο.
Αλαφροίσκιωτε καλέ, για πες απόψε τι ‘δες;
Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Χωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,
Ουδ’ όσο κάν’ η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,
Γύρου σε κάτι ατάραχο π’ ασπρίζει μες στη λίμνη,
Μονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,
Κι όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του.

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

(ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ Γ΄, Απόσπασμα 6, Ο ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ)