ΝΑ ΚΟΙΜΑΣΑΙ

Να κοιμάσαι
με τον ήλιο στο ένα μάτι και με το φεγγάρι στο άλλο
μ’ έναν έρωτα στο στόμα κι ένα ωραίο πουλί μέσ’ στα
μαλλιά
στολισμένη σαν τους κάμπους, σαν τα δάση, σαν τη θάλασσα
στολισμένη και πεντάμορφη σαν το γύρο του κόσμου.

Να φεύγεις και να χάνεσαι
μέσ’ απ’ τους κλώνους των καπνών και τους καρπούς του
ανέμου
πόδια πέτρινα με κάλτσες άμμου
γερά πιασμένη από του ποταμού τους μυώνες

και μιαν έγνοια, τη στερνή, στην καινούρια σου όψη επάνω.

μτφρ. Οδυσσέας Ελύτης
(1911-1996)

Paul Eluard, «H αγαπημένη»

πηγή:http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGL-B125/668/4444,19905/index_a_37.html

Ο πληθυντικός αριθμός

Ο έρωτας,
όνομα ουσιαστικόν
πολύ ουσιαστικόν,
ενικού αριθμού,
γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού,
γένους ανυπεράσπιστου.
Πληθυντικός αριθμός
οι ανυπεράσπιστοι έρωτες.

Ο φόβος,
όνομα ουσιαστικόν,
στην αρχή ενικός αριθμός
και μετά πληθυντικός:
οι φόβοι.
Οι φόβοι
για όλα από δω και πέρα.

Η μνήμη,
κύριο όνομα των θλίψεων,
ενικού αριθμού,
μόνον ενικού αριθμού
και άκλιτη.
Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη.

Η νύχτα,
όνομα ουσιαστικόν,
γένους θηλυκού,
ενικός αριθμός.
Πληθυντικός αριθμός
οι νύχτες.
Οι νύχτες από δω και πέρα.

Κική Δημουλά, Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος, 1998

https://www.youtube.com/watch?v=CmOsCd2KMWo

Νυχτερινά επιγράμματα

Νύχτες αγρύπνιας ανταμώνουν οι σκέψεις

Sleepless _1sn1

  και οι ψυχές χορεύουν στο δικό τους ρυθμό

twin-soul754083-800x600-103197435xxynlw_ph1

 

 

©30.9.14

οι φωτογραφίες είναι από:
http://www.nazarmagazine.com/2012/02/15/sleepless-nights/
http://readinpleasure.wordpress.com/
http://julielangdonbarrett.com/2013/04/24/telepathy-between-soul-mates-and-twin-flames/
http://sofiasiberia.com/2013/05/21/what-is-the-difference-between-twin-flames-twin-souls-soulmates-and-karmic-relationships/

Με λένε Νείρμα

Καπνισμένοι τοίχοι,
κατσαρόλες θαμπές
-πρέπει να τις τρίψω ακόμα μία φορά-
Το ψιθύρισμα αντιγύρισε μελαγχολικό
Ο  χτύπος παρέμεινε εσώκλειστος.
Η ματιά χαμηλωμένη
τα λόγια φτωχικά
– έχω κι ένα ποίημα να γράψω –
Με λένε Νείρμα.
Στα τοιχώματα των κατσαρολικών
προβάλλουν εικόνες… άλλοτε τρυφερές,
όπως εκείνο το ανέμελο χαμόγελο
στις κοιλάδες του Νογκ-έρι,
κι άλλοτε γεμάτες πόνο…
Όχι, δεν θέλω να θυμάμαι
την Εποχή των Εμπόλεμων Βασιλείων.
Θέλω να παραμείνω στο χαμόγελο, στο χάδι εκείνο της Δήλου,
στα δάση του Αμαζονίου να χαθώ και να αναρριχηθώ
στις κορυφογραμμές των Άνδεων.
Με λένε Νείρμα.
Πόσες ζωές, άραγε, έχω δαπανήσει σ’ αυτόν τον τόπο;
Πόσα πρόσωπα έχω αλλάξει;
Πόσα μέρη ονόμασα Πατρίδα;
Έχω χάσει το μέτρημα πια… χιλιετίες τώρα
σφυγμομετρώ τα δάκρυα της γης και τα χαμόγελά της
Μη με ρωτάς τι είναι πιότερο από τα δυο,  μη με ρωτάς.
Η απογοήτευση παραδόθηκε στη φωτιά.
Με λένε Νείρμα.
(πρέπει να τρίψω τις κατσαρόλες)
Οι αντοχές μετρήθηκαν ξανά.
Δε θα ξεπηδήσει από τις φλόγες
το λευκό φως.
Ωστόσο, οι κατσαρόλες οφείλουν
να διατηρήσουν τη λάμψη τους.

Αχ! Πόσο μου λείπουν τα γαλαζοπράσινα λιβάδια του Νογκ-έρι!

5.9.14

Πρώτη δημοσίευση στο http://www.vakxikon.gr/content/view/2079/11392/lang,el/

Άρχισε μια σιγανή βροχή…

Έπεφτε μια κίτρινη παλιά βροχή…
Γ. Κ.

 

 

Άρχισε μια σιγανή βροχή αργά προς το βράδυ.
Στις πολιτείες ο ουρανός φαίνεται μιαν απέραντη λασπωμένη πεδιάδα
Κι η βροχή είναι μια καλοσύνη, όσο να πεις, δε μοιάζει διόλου με το θάνατο
Μπορείς να βαδίζεις κάποτε χωρίς κανένα σκοπό ή με σκοπό —σου είναι αδιάφορο—
Μιαν εποχή μακρινή και νεκρή σα μια βίαια σκισμένη πολυτέλεια.
Εγώ συλλογίζομαι πώς και γιατί άραγε μια βροχή μπορεί να σου θυμίζει τόσα πράγματα
—Χωρίς αμφιβολία είναι τόσο ανόητο να τα στοχάζεσαι όλα αυτά μια τέτοιαν ώρα—
Συλλογίζομαι όμως στις ζεστές χειμωνιάτικες κάμαρες μιαν αλλιώτικη μυρουδιά
Ύστερα από τις 6 με τα κλειστά παραθυρόφυλλα και τ’ αναμμένο φως
Ή μια γωνιά δίπλα στο τζάμι σ’ ένα μεγάλο καφενείο με τις αδιάφορες φωνές.
Τα συλλογίζεσαι όλα αυτά με τον πιο απλούστερο τρόπο ολωσδιόλου παιδιάστικα
Μπορείς να λησμονείς το κάθε τι, τί τάχα να γυρεύεις εδώ μια τέτοιαν ώρα
Εσύ, ο διπλανός σου, όλος αυτός ο κόσμος που πορεύεται δίπλα σου μες στο σκοτάδι
Αυτή η ανήσυχη σιωπή που πληγώνει περισσότερο κι απ’ το πιο κοφτερό λεπίδι
Να λησμονείς για μιαν ελάχιστη στιγμή πως ίσως δεν τέλειωσε ούτε και απόψε για σένανε το κάθε τι
Τόσο π’ αν τρίξει κάτι αναπάντεχα είναι να σου ξυπνήσει την ακριβήν υπόθεση μιας επιστροφής
Τη χειμωνιάτικη ζεστή κάμαρα, το καφενείο με τις πολύχρωμες φωνές.

…Έτσι βρέχει λοιπόν μια κίτρινη βροχή χωρίς τέλος.
Μια κίτρινη παλιά βροχή, τη νύχτα, σα μαστίγιο.

Μανόλης Αναγνωστάκης

 

Ανέκφραστα

Πίσω από το αυτοσχέδιο καβαλέτο
έκρυβε τον πόθο του,
σαν αγρίμι που φοβάται να κοιτάξει
τη φωτιά και λουφάζει στης σπηλιάς
την υγρή σιγουριά

Εκείνη έχωνε το πάθος της
στις σελίδες του βιβλίου
τριγυρνώντας δήθεν σε άλλους κόσμους.
Φοβόταν μη πετάξει από τα μάτια της
το πουλί του πόθου και φανερωθεί

φοβικός αντι-έρωτας
έσβηνε τις αναφλέξεις τους
με ψηφίδες και γραμματοσειρές
φυλακίζοντας τα βλέμματα τους
σε καπνούς άεργης σιωπής

Μόνο το τζουκ-μποξ μιλούσε για όλα,
έρωτας-πόθος-πάθος
απομάκρυνση- απώλεια –πόνος
και έσμιγε την ακοή τους
σε βούκινο αισθήσεων

χλωμός ο έρωτας
θωρεί την άκρη των ψυχών τους
που τρέμει και λυσσά
να αρπαχτεί από βλέμμα
που φωνάζει έλα

Σκιαγμένες υπάρξεις.
Φοβούνται το σκοτάδι του έρωτα
και θρέφουν το θεριό της μοναξιάς
με τις σάρκες τους
Θάβουν τα σώματα τους, ζωντανά

 

©Βίκυ Βανίδη

 

Mark Sink

 

 

 

photo: Mark Sink

Εξ απαλών ονύχων

Η ποίηση σου κατοικεί ανάμεσα απ’ τους στίχους μου
Κρύβεται στις σιωπές και τις αναπνοές μου
Πατά πάνω στις στάχτες μου

Στα μάτια σου η πρόκληση…
Θες να σε παρασύρω στις σκοτεινές πλευρές των λαβυρίνθων
Σου κάνω το χατήρι, όμως σε βλέπω να κρυφοκοιτάς πίσω απ’ τους θάμνους
Τα μάτια αστράφτουν απ’ ανάγκη κι αγωνία
Αναζητείς στασίδι για να στηριχτείς. Δεν έχω επιλογή•
Την αλήθεια
Σε δίσκο
Ασημένιο
Σου προσφέρω:
Μόνος θα πας!

Χορεύεις, πάλλεσαι, παραληρείς, θρυμματίζεσαι
Μ’ αφήνεις ώρα πολύ να περιμένω
Ώσπου ξανασμίγουμε
Αναπόφευκτα κουβαλάς μαζί σου και τις σκιές των θάμνων
Επιπλέον, έχεις μάθει να κρατάς και τη δική σου αναπνοή
Κι είναι πιο εύκολο να βρούμε το ρυθμό μας
Πλέον.

©Ανθή Σουλτάνη