Εξ απαλών ονύχων

Η ποίηση σου κατοικεί ανάμεσα απ’ τους στίχους μου
Κρύβεται στις σιωπές και τις αναπνοές μου
Πατά πάνω στις στάχτες μου

Στα μάτια σου η πρόκληση…
Θες να σε παρασύρω στις σκοτεινές πλευρές των λαβυρίνθων
Σου κάνω το χατήρι, όμως σε βλέπω να κρυφοκοιτάς πίσω απ’ τους θάμνους
Τα μάτια αστράφτουν απ’ ανάγκη κι αγωνία
Αναζητείς στασίδι για να στηριχτείς. Δεν έχω επιλογή•
Την αλήθεια
Σε δίσκο
Ασημένιο
Σου προσφέρω:
Μόνος θα πας!

Χορεύεις, πάλλεσαι, παραληρείς, θρυμματίζεσαι
Μ’ αφήνεις ώρα πολύ να περιμένω
Ώσπου ξανασμίγουμε
Αναπόφευκτα κουβαλάς μαζί σου και τις σκιές των θάμνων
Επιπλέον, έχεις μάθει να κρατάς και τη δική σου αναπνοή
Κι είναι πιο εύκολο να βρούμε το ρυθμό μας
Πλέον.

©Ανθή Σουλτάνη

 

Η πόλη

Δρόμοι που θέλουν να γυρίσουν σπίτι
και δρόμοι που φεύγουν μακριά
Σοκάκια που κρύβουν μυστικά
και γωνίες
που ορμητικά και αναπάντεχα διασταυρώνονται μελλοντικοί έρωτες.
Δρόμοι ιδρωμένοι, αντανακλούν στ’ απόνερα
την αιώνια γύμνια κάτω απ’ το φουστάνι Της.
Τσιγάρα λιωμένα, τσίχλες κολλημένες,
αιώνες αλλεπάλληλων επιστρώσεων ανθρώπινης θλίψης
πάνω στην άσφαλτο.

Διαβαίνοντας κρυφοκοιτώ τις στιγμές σου απ’ το παράθυρο.
Μόνο σε κλέβω,
δεν τολμώ να σου μιλήσω.

H πόλη άδεια
ούτε ένα σταθμευμένο στη λεωφόρο.
Tο φεγγάρι του Αυγούστου τους ρούφηξε όλους προς τα έξω, ανθρώπινη άμπωτη.
Έφυγε -έστω για λίγο- η ασφυξία της συσσώρευσης
το βήμα είν’ εύκολο
απόψε θ’ ανασάνουν στα όνειρά μου μεταλλωρύχοι και νεογέννητα.

Κάθε μέρα αδρανώ με τον φόβο του αύριο
Κάθε νύχτα ξυπνώ με τον τρόμο του χθες

Στο σπίτι με περιμένει η κοστερίτσα,
Ανοίγω το σπιρτόκουτο
Της έφερα τρία κουνούπια για βραδινό
Τι θα ‘κανα χωρίς αυτήν;
Θα πέθαινα ή θα ζούσα;

©Ανθή Σουλτάνη

Περί φιλίας

Πράξη 1η

Με μάτια καθαρά
και χαμόγελο ζεστό
άπλωσα τ’αριστερό μου χέρι.
Πολλές φορές τα δάχτυλα ματώσανε,
μα απ’ το αίμα αναδύθηκε
αειθαλής
ο ανθός της φιλίας.

Άνοιξη του 2002

Πράξη 2η

Για μια άδοξη φιλία
ήθελα να γράψω
Μα ποιος ο λόγος
να αναλώσω κι άλλο χρόνο;
όσο κι αν προσπάθησα
τη γέφυρα να κρατήσω,
προσπερνώντας ιδιόρρυθμες συμπεριφορές,
Εσύ ύψωνες τείχη.
Άδοξη η φιλία μας, λοιπόν.
Μονοπάτι ευλογημένο τόσων χρόνων
το γκρέμισες σιωπηλά και αβίαστα.
Λυπάμαι, αλλά να που έφτασε ο καιρός
τόσο που ήταν άδοξη η φιλία
να τη θάψω εν ζωή.

4/9/14

Άσπονδο τέλος σπονδή γνώσης

Ασύλληπτη , από σένα έφυγα.
Γλίστρησα στο απροσδιόριστο
σκοτάδι σου και βρήκα το φως
που οδηγεί στην έξοδο

στο δυνατό πόνο έγραψες
με λέξεις μεθυσμένες :
ν’ αγαπάς το αρνητικό φορτίο στα σύννεφα
και στις μεγάλες σκιές τις μικρές αντανακλάσεις

Στο δώρο της απώλειας σου άφησα
αλαφροΐσκιωτο μήνυμα :
ν’ αγαπάς στα σύννεφα τις μεταμορφώσεις
και στις σκιές τον εαυτό σου

αυτό ξέρω τώρα : Η αγάπη είναι ανίκητη ασπίδα
και ο πόνος ανθεί
λουλούδι δυνατό
γνώση το λένε

αυτό να ξέρεις: όταν έσπασε η μάσκα της ευλογίας
δεν ήταν τρομαχτική η μορφή σου
μόνο που απελευθερώθηκαν τα μαύρα κοράκια
οι δαίμονες σου, στριγγλίζοντας εν χορώ
σπονδή στο σκοτάδι του είσαι
έτσι μας εξευμενίζει
μας ταΐζει σάρκες καθαρών γυναικών
που δολώνει την ψυχή τους.

Άσπονδο το σκοτάδι σου
βούτηξε στο αφίλιωτο,
χαρίζοντας μου αντί για δράμα
το μηδέν πριν τη ζωή.

©Βίκυ Βανίδη

Jeanie Tomanek

 

 

 

 

Πίνακας Jeanie Tomanek

 

Ο Αύγουστος

Ο Αύγουστος ελούζονταν
λούζοντας την αστροφεγγιά
κι από τα γένια του έσταζαν
άστρα και γιασεμιά.

Αύγουστε μήνα και Θεέ
σε σένανε ορκιζόμαστε
πάλι του χρόνου να μας βρεις
στο βράχο να φιλιόμαστε.

Ο Αύγουστος ελούζονταν
λούζοντας την αστροφεγγιά
κι από τα γένια του έσταζαν
άστρα και γιασεμιά.

Απ’ την Παρθένο στο Σκορπιό
χρυσή κλωστή να ράψουμε
κι έναν θαλασσινό σταυρό
στη χάρη σου ν’ ανάψουμε.

Οδυσσέας Ελύτης

https://www.youtube.com/watch?v=ug7St7QLpCk

Μουσική: Λίνος Κόκοτος
Ερμηνεύει: Ρένα Κουμιώτη

100 Ερωτικά Σονέτα

(αποσπάσματα)

Πρωί

17

ΔΕ Σ’ ΑΓΑΠΩ σαν να ‘σουν ρόδο αλατιού, τοπάζι,
σαΐτα από γαρούφαλα που τη φωτιά πληθαίνουν:
σ’ αγαπώ ως αγαπιούνται κάποια πράγματα σκούρα,
μυστικά, μέσ’ από την ψυχή και τον ίσκιο.

Σ’ αγαπώ καθώς κάποιο φυτό που δεν ανθίζει,
μα που μέσα του κρύβει το λουλουδόφως όλο,
και ζει απ” τον έρωτά σου σκοτεινό στο κορμί μου
τ’  άρωμα που σφιγμένο μ” ανέβηκε απ” το χώμα.

Σ’  αγαπώ μη γνωρίζοντας πώς, από πού και πότε,
σ’  αγαπώ στα ίσια δίχως πρόβλημα ή περηφάνια:
σ’ αγαπώ έτσι γιατί δεν ξέρω μ’ άλλον τρόπο,

παρά μ’ ετούτον όπου δεν είμαι μήτε είσαι,
που το χέρι σου πάνω μου το νιώθω σαν δικό μου,
που όταν κοιμάμαι κλείνουν και τα δικά σου μάτια.


Μεσημέρι

48

ΔΥΟ ΕΡΑΣΤΕΣ που αγαπιούνται κάνουν ένα ψωμί,
μια μοναχά σταγόνα φεγγαριού στο χορτάρι,
αφήνουν σα βαδίζουν ίσκιους που σ’έναν σμίγουν,
αφήνουν μόνον έναν ήλιο άδειο στο κρεβάτι.

Απ’ όλες τις αλήθειες διαλέξανε τη μέρα:
δε δεθήκαν με νήματα μα μ’ευωδιές μονάχα,
και δεν κάναν κομμάτια την ειρήνη ή τις λέξεις.
Διάφανος είναι πύργος η ευτυχία

Με τους δύο εραστές πάνω το κρασί κι ο αγέρας,
τα ευτυχισμένα η νύχτα τους δίνει ανθόφυλλά της,
έχουν δικαίωμα σ’όλα τα λουλούδια.

Δυο εραστές που αγαπιούνται δεν τους φοβίζει ο χάρος,
γεννιούνται και πεθαίνουν πολλές φορές στη ζωή τους,
έχουν την αιωνιότητα της φύσης.

Απόγευμα
68
(Γοργόνα της πλώρης)

ΤΟ ΞΥΛΙΝΟ κορίτσι δεν ήρθε περπατώντας:
στάθηκε άξαφνα εκεί καθισμένη στα τούβλα,
παλιοί ανθοί του πελάγου σκεπάζαν το κεφάλι,
κι είχε η ματιά της μια θλίψη από ρίζες.

Έστεκε εκεί κοιτώντας τις ανοιχτές ζωές μας,
το είμαι, το φεύγω, το έρχομαι, το πάω πάνω στη γη,
τη μέρα που της ξέβαφε λίγο λίγο τα φύλλα.
Βίγλιζε μη θωρώντας μας το ξύλινο κορίτσι.

Το κορίτσι απ’ τ’ αρχαίο κύμα στεφανωμένο
κοίταζε εκεί με τα νικημένα της μάτια,
κι αν κι ήξερε πως ζούμε σ’ένα απόμακρο δίχτυ

από νερό και χρόνο, βροχή, κύματα κι ήχους,
δεν ήξερε αν υπάρχουμε ή είμαστε τ’ όνειρό της.
Αυτή του ξύλινου είναι κοριτσιού η ιστορία.

Νύχτα

95

ΠΟΙΟΙ αγαπηθήκαν όπως εμείς οι δυο;  Ας γυρέψουμε
της καμένης καρδιάς την πανάρχαια στάχτη
κι ένα προς ένα ας πέσουν μέσα εκεί τα φιλιά μας
ώσπου το ερημωμένο ν’αναστηθεί λουλούδι.

Την αγάπη ας λατρέψουμε που ‘δωσε τον καρπό της
και στη γή έχει κατέβει με εικόνα κι εξουσία:
το φως είμαστε οι δυοπου συνεχίζει
το ντελικάτο μα άθραυστό του στάχι.

Στην αγάπη που τόσος κρύος έθαψε χρόνος,
τόση άνοιξη και χιόνι, φθινόπωρο και λήθη,
το φως ας πλησιάσουμε κάποιου καινούριου μήλου,

της φρεσκάδας που άνοιξαν κάποιες πληγές καινούριες
σαν την παλιάν αγάπη που σιωπηλή βαδίζει
σε μιάν αιωνιότητα ταφιασμένων στομάτων.

Πάμπλο Νερούδα, 100 Ερωτικά Σονέτα, μτφρ. Ηλίας Ματθαίου, εκδ. Γνώση, 2001