100 Ερωτικά Σονέτα

(αποσπάσματα)

Πρωί

17

ΔΕ Σ’ ΑΓΑΠΩ σαν να ‘σουν ρόδο αλατιού, τοπάζι,
σαΐτα από γαρούφαλα που τη φωτιά πληθαίνουν:
σ’ αγαπώ ως αγαπιούνται κάποια πράγματα σκούρα,
μυστικά, μέσ’ από την ψυχή και τον ίσκιο.

Σ’ αγαπώ καθώς κάποιο φυτό που δεν ανθίζει,
μα που μέσα του κρύβει το λουλουδόφως όλο,
και ζει απ” τον έρωτά σου σκοτεινό στο κορμί μου
τ’  άρωμα που σφιγμένο μ” ανέβηκε απ” το χώμα.

Σ’  αγαπώ μη γνωρίζοντας πώς, από πού και πότε,
σ’  αγαπώ στα ίσια δίχως πρόβλημα ή περηφάνια:
σ’ αγαπώ έτσι γιατί δεν ξέρω μ’ άλλον τρόπο,

παρά μ’ ετούτον όπου δεν είμαι μήτε είσαι,
που το χέρι σου πάνω μου το νιώθω σαν δικό μου,
που όταν κοιμάμαι κλείνουν και τα δικά σου μάτια.


Μεσημέρι

48

ΔΥΟ ΕΡΑΣΤΕΣ που αγαπιούνται κάνουν ένα ψωμί,
μια μοναχά σταγόνα φεγγαριού στο χορτάρι,
αφήνουν σα βαδίζουν ίσκιους που σ’έναν σμίγουν,
αφήνουν μόνον έναν ήλιο άδειο στο κρεβάτι.

Απ’ όλες τις αλήθειες διαλέξανε τη μέρα:
δε δεθήκαν με νήματα μα μ’ευωδιές μονάχα,
και δεν κάναν κομμάτια την ειρήνη ή τις λέξεις.
Διάφανος είναι πύργος η ευτυχία

Με τους δύο εραστές πάνω το κρασί κι ο αγέρας,
τα ευτυχισμένα η νύχτα τους δίνει ανθόφυλλά της,
έχουν δικαίωμα σ’όλα τα λουλούδια.

Δυο εραστές που αγαπιούνται δεν τους φοβίζει ο χάρος,
γεννιούνται και πεθαίνουν πολλές φορές στη ζωή τους,
έχουν την αιωνιότητα της φύσης.

Απόγευμα
68
(Γοργόνα της πλώρης)

ΤΟ ΞΥΛΙΝΟ κορίτσι δεν ήρθε περπατώντας:
στάθηκε άξαφνα εκεί καθισμένη στα τούβλα,
παλιοί ανθοί του πελάγου σκεπάζαν το κεφάλι,
κι είχε η ματιά της μια θλίψη από ρίζες.

Έστεκε εκεί κοιτώντας τις ανοιχτές ζωές μας,
το είμαι, το φεύγω, το έρχομαι, το πάω πάνω στη γη,
τη μέρα που της ξέβαφε λίγο λίγο τα φύλλα.
Βίγλιζε μη θωρώντας μας το ξύλινο κορίτσι.

Το κορίτσι απ’ τ’ αρχαίο κύμα στεφανωμένο
κοίταζε εκεί με τα νικημένα της μάτια,
κι αν κι ήξερε πως ζούμε σ’ένα απόμακρο δίχτυ

από νερό και χρόνο, βροχή, κύματα κι ήχους,
δεν ήξερε αν υπάρχουμε ή είμαστε τ’ όνειρό της.
Αυτή του ξύλινου είναι κοριτσιού η ιστορία.

Νύχτα

95

ΠΟΙΟΙ αγαπηθήκαν όπως εμείς οι δυο;  Ας γυρέψουμε
της καμένης καρδιάς την πανάρχαια στάχτη
κι ένα προς ένα ας πέσουν μέσα εκεί τα φιλιά μας
ώσπου το ερημωμένο ν’αναστηθεί λουλούδι.

Την αγάπη ας λατρέψουμε που ‘δωσε τον καρπό της
και στη γή έχει κατέβει με εικόνα κι εξουσία:
το φως είμαστε οι δυοπου συνεχίζει
το ντελικάτο μα άθραυστό του στάχι.

Στην αγάπη που τόσος κρύος έθαψε χρόνος,
τόση άνοιξη και χιόνι, φθινόπωρο και λήθη,
το φως ας πλησιάσουμε κάποιου καινούριου μήλου,

της φρεσκάδας που άνοιξαν κάποιες πληγές καινούριες
σαν την παλιάν αγάπη που σιωπηλή βαδίζει
σε μιάν αιωνιότητα ταφιασμένων στομάτων.

Πάμπλο Νερούδα, 100 Ερωτικά Σονέτα, μτφρ. Ηλίας Ματθαίου, εκδ. Γνώση, 2001

Ιχνηλάτης

Ιχνηλάτη
Βρες το τέλος της αρχής
στην εναπομένουσα
«κόκκινη ζώνη».
Ιχνηλάτη
Αλίευσε απ’ το χρόνο
το μυστικό.
Γιατί έμεινε άνυδρη και μόνη;
Η δεύτερη ευκαιρία
πώς θα δοθεί;
Προχώρα Ιχνηλάτη.
Φώτισέ μας τα μυαλά.
Θα ‘ρθει η στιγμή
να ξημερωθούν
με δυο φεγγάρια
στα μαλλιά τους
τα παιδιά.
Τότε η μάνα γη
θα ‘χει στ’ αλήθεια
αναγεννηθεί
στην «κόκκινη ζώνη»,
ήρεμα και απλά.
Η έκλυτη ζωή της
της χιλιετίας θα ‘ναι
πια, το στερνό παραμύθι.

από την ποιητική συλλογή Το υδάτινο πέρασμα του χρόνου, εκδ. Univerisity Studio Press

Ινδιάνικη ποίηση

Ερωτικό τραγούδι

Nahuartl

Δεν ξέρω αν έλλειψες ποτέ:
κοιμάμαι μαζί σου, ξυπνώ μαζί σου,
στα όνειρα είσαι μαζί μου.
Αν τα σκουλαρίκια στ’ αυτιά μου κουδουνίσουν
ξέρω είσαι εσύ που κινείσαι στην καρδιά μου.

 

*******************

 

Δεν μπορώ να σε ξεχάσω

Makah

Όσο σκληρά κι αν προσπαθώ πάντα στις σκέψεις μου
γυρνάς
Όταν μ’ ακούς να τραγουδώ, στ’ αλήθεια κλαίω για σένα.

 

ινδιάνικη ποιηση

 

 

 

 

 

Ινδιάνικη ποίηση: Στα ίχνη του ανέμου, εισ. μτφρ.σημ. Ειρήνη Βρης, εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 19882

 

 

 

Λευκό φως

Πειραματόζωο το κορμί
με μέσα τεχνητά
προσπαθούν να επαναφέρουν
την ψυχή.
Δεν αντιλαμβάνονται τη χαρά της.
Τινάζει τα φτερά της, γύρω τους
πετά. Πετά και γελά.
Τρέχει να δώσει και να πάρει
της συγχώρησης το φιλί.
Για τελευταία φορά να ξαναδεί
αυτούς που αγάπησε πολύ
σε τούτη τη ζωή.
Με αέρινο φιλί τους χαιρετά
και χάνεται.
Χάνεται στο φως της ειρήνης.
Εκεί όπου οι ψυχές
γαλήνια μπορούν
να διαλογιστούν,
τα λάθη τους να δουν.
Με σύνεση μόλις οπλιστούν
σ’ ανύποπτη στιγμή
πάλι θα ενσαρκωθούν.
Στον αέναο κύκλο της ζωής
αφετηρία και προορισμός
είναι το Λευκό φως.

απ’ την ποιητική συλλογή Αιωρούμενο νησί, εκδ. University Studio Press, Θεσ/νίκη 1999

The Rock Cries Out to Us Today

A Rock, A River, A Tree
Hosts to species long since departed,
Mark the mastodon.
The dinosaur, who left dry tokens
Of their sojourn here
On our planet floor,
Any broad alarm of their of their hastening doom
Is lost in the gloom of dust and ages.
But today, the Rock cries out to us, clearly, forcefully,
Come, you may stand upon my
Back and face your distant destiny,
But seek no haven in my shadow.
I will give you no hiding place down here.
You, created only a little lower than
The angels, have crouched too long in
The bruising darkness,
Have lain too long
Face down in ignorance.
Your mouths spelling words
Armed for slaughter.
The rock cries out today, you may stand on me,
But do not hide your face.
Across the wall of the world,
A river sings a beautiful song,
Come rest here by my side.
Each of you a bordered country,
Delicate and strangely made proud,
Yet thrusting perpetually under siege.
Your armed struggles for profit
Have left collars of waste upon
My shore, currents of debris upon my breast.
Yet, today I call you to my riverside,
If you will study war no more.
Come, clad in peace and I will sing the songs
The Creator gave to me when I
And the tree and stone were one.
Before cynicism was a bloody sear across your brow
And when you yet knew you still knew nothing.
The river sings and sings on.
There is a true yearning to respond to
The singing river and the wise rock.
So say the Asian, the Hispanic, the Jew,
The African and Native American, the Sioux,
The Catholic, the Muslim, the French, the Greek,
The Irish, the Rabbi, the Priest, the Sheikh,
The Gay, the Straight, the Preacher,
The privileged, the homeless, the teacher.
They hear. They all hear
The speaking of the tree.
Today, the first and last of every tree
Speaks to humankind. Come to me, here beside the river.
Plant yourself beside me, here beside the river.
Each of you, descendant of some passed on
Traveller, has been paid for.
You, who gave me my first name,
You Pawnee, Apache and Seneca,
You Cherokee Nation, who rested with me,
Then forced on bloody feet,
Left me to the employment of other seekers–
Desperate for gain, starving for gold.
You, the Turk, the Swede, the German, the Scot…
You the Ashanti, the Yoruba, the Kru,
Bought, sold, stolen, arriving on a nightmare
Praying for a dream.
Here, root yourselves beside me.
I am the tree planted by the river,
Which will not be moved.
I, the rock, I the river, I the tree
I am yours–your passages have been paid.
Lift up your faces, you have a piercing need
For this bright morning dawning for you.
History, despite its wrenching pain,
Cannot be unlived, and if faced with courage,
Need not be lived again.
Lift up your eyes upon
The day breaking for you.
Give birth again
To the dream.
Women, children, men,
Take it into the palms of your hands.
Mold it into the shape of your most
Private need. Sculpt it into
The image of your most public self.
Lift up your hearts.
Each new hour holds new chances
For new beginnings.
Do not be wedded forever
To fear, yoked eternally
To brutishness.
The horizon leans forward,
Offering you space to place new steps of change.
Here, on the pulse of this fine day
You may have the courage
To look up and out upon me,
The rock, the river, the tree, your country.
No less to Midas than the mendicant.
No less to you now than the mastodon then.
Here on the pulse of this new day
You may have the grace to look up and out
And into your sister’s eyes,
Into your brother’s face, your country
And say simply
Very simply
With hope
Good morning.

Maya Angelou

Still I Rise

You may write me down in history
With your bitter, twisted lies,
You may tread me in the very dirt
But still, like dust, I'll rise.

Does my sassiness upset you? 
Why are you beset with gloom? 
'Cause I walk like I've got oil wells
Pumping in my living room.

Just like moons and like suns,
With the certainty of tides,
Just like hopes springing high,
Still I'll rise.

Did you want to see me broken? 
Bowed head and lowered eyes? 
Shoulders falling down like teardrops.
Weakened by my soulful cries.

Does my haughtiness offend you? 
Don't you take it awful hard
'Cause I laugh like I've got gold mines
Diggin' in my own back yard.

You may shoot me with your words,
You may cut me with your eyes,
You may kill me with your hatefulness,
But still, like air, I'll rise.

Does my sexiness upset you? 
Does it come as a surprise
That I dance like I've got diamonds
At the meeting of my thighs? 

Out of the huts of history's shame
I rise
Up from a past that's rooted in pain
I rise
I'm a black ocean, leaping and wide,
Welling and swelling I bear in the tide.
Leaving behind nights of terror and fear
I rise
Into a daybreak that's wondrously clear
I rise
Bringing the gifts that my ancestors gave,
I am the dream and the hope of the slave.
I rise
I rise
I rise. 
Maya Angelou

Σε μια στιγμή

Ήρθες!
Κρατώντας ένα λουλούδι.
Σου ψιθύρισα κάποιο τραγούδι.
Μου ‘πες: σταμάτα.
Σου είπα: κλείσε τα μάτια.
Άγγιξε το δείλι.
Αναφώνησες.
Τρόμαξα.
Γέλασες.
Έκλαψα.
Πέταξες.
Νύχτωσε.

από την ποιητική συλλογή, Το υδάτινο πέρασμα του χρόνου, εκδ. University Studio Press, 2001

fly aloneflat,220x200,075,t

 

 

 

 

 

οι φωτογραφίες είναι από:

http://www.razbointrucuvant.ro/

http://www.redbubble.com/explore/drop+tear+drawing