Η πόλη

Δρόμοι που θέλουν να γυρίσουν σπίτι
και δρόμοι που φεύγουν μακριά
Σοκάκια που κρύβουν μυστικά
και γωνίες
που ορμητικά και αναπάντεχα διασταυρώνονται μελλοντικοί έρωτες.
Δρόμοι ιδρωμένοι, αντανακλούν στ’ απόνερα
την αιώνια γύμνια κάτω απ’ το φουστάνι Της.
Τσιγάρα λιωμένα, τσίχλες κολλημένες,
αιώνες αλλεπάλληλων επιστρώσεων ανθρώπινης θλίψης
πάνω στην άσφαλτο.

Διαβαίνοντας κρυφοκοιτώ τις στιγμές σου απ’ το παράθυρο.
Μόνο σε κλέβω,
δεν τολμώ να σου μιλήσω.

H πόλη άδεια
ούτε ένα σταθμευμένο στη λεωφόρο.
Tο φεγγάρι του Αυγούστου τους ρούφηξε όλους προς τα έξω, ανθρώπινη άμπωτη.
Έφυγε -έστω για λίγο- η ασφυξία της συσσώρευσης
το βήμα είν’ εύκολο
απόψε θ’ ανασάνουν στα όνειρά μου μεταλλωρύχοι και νεογέννητα.

Κάθε μέρα αδρανώ με τον φόβο του αύριο
Κάθε νύχτα ξυπνώ με τον τρόμο του χθες

Στο σπίτι με περιμένει η κοστερίτσα,
Ανοίγω το σπιρτόκουτο
Της έφερα τρία κουνούπια για βραδινό
Τι θα ‘κανα χωρίς αυτήν;
Θα πέθαινα ή θα ζούσα;

©Ανθή Σουλτάνη

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s