Τα χέρια

Μιά φούχτα χώμα να κρατώ και να σωθώ μ’ εκείνο.
Σχεδίασμα Β’ – Διονύσιος Σολωμός

Μια φούχτα χώμα γύρεψα
πέρα απ’ το απέραντο γαλάζιο
εκεί που δεν ηχούν τα βόλια του θανάτου

Μια χούφτα χώμα
ένα καθάριο χαμόγελο
νερό γάργαρο να το ποτίζει
ν’ ανθίζουν της Γης
οι νιόβγαλτοι ανθοί
λουσμένοι στην αγάπη.

Μια φούχτα αγάπης Φως
ωσάν αυτό που δίδαξαν
οι Σοφοί της Γης

Μα κυρίαρχος κι εδώ ο φόβος.
Δεν είν’ το βόλι που τον ορίζει
είναι τα χέρια των ολίγων
Αυτά ορίζουν τη ζωή
Αυτά απλώνουν το σκοτάδι.

Μια χούφτα χώμα
να ξαποστάσει τ’ όνειρο
Όμορφο όνειρο κι απατηλό
το μέσα μου πώς καις…
Στης θάλασσας τη ξεβρασμένη τύρφη
έσβησες… Απόκαμα… μη με ρωτάς…
ατονεί η μνήμη…
– Λαμπεντούζα την έλεγαν;  Φαρμακονήσι; –

Σπέρνουν τα χέρια θάνατο, αυτό θυμάμαι
κι είναι η Μεσόγειος, τώρα πια,
ματωμένο βαλτονέρι!

©Δεκέμβρης ’13-Γενάρης ’14

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s