Η ΣΙΩΠΗ ΚΙ Η ΘΛΙΨΗ ΤΟΥ ΕΞΟΡΙΣΤΟΥ

Όπου να κοιτάξεις πέρα στα βουνά
η σιωπή επινοεί τον κρημνό του εαυτού της
οι άνθρωποι που ζήσανε εδώ
κρυφτήκαν στις πόλεις, στη λήθη ή στους τάφους .
Ο φαρμακωμένος Μάρτης δεν κοιτάζει απουσίες
μηδέ μελαγχολεί κι είναι πάλι  ορμητικός εδώ.
Διαολεμένος  ο αγέρας Σιβηρίας γιγαντώνει τις αριές
ασημώνοντας την ταπεινότητα της μέρας.

Τα  ελάτια στις πλαγιές , στοιχημένοι κωπηλάτες ,
φεγγιστές μιας διαρκούς ορθοστασίας
επινοούν , κυματίζοντας , πελάη  ακινησίας
λάμνουν τραγουδώντας στις μαινάδες.
Κι όταν έρθει η ώρα να γεράσουν πέφτουν με βοή
πεθαίνοντας σαν καυσόξυλες σαπίλες.
Η σκοτεινιά τους αγκαλιάζει με τρυφερότητα ταπεινών
το εφήμερο της φτέρης που γεννιέται  και πεθαίνει
ενιαυσία στις φλόγες του θρηνητικού Νοέμβρη.

Η πέτρα ξεκομμένη κύλησε μαύρο του θανάτου
και σκοτώνει το παιδί των λευκών συλλογισμών
και πάει το εξουσιάζει οριστικά η απουσία ,
αγωνιάς αν είναι γεγονός , στριφογυρίζεις στο κρεβάτι,
ή είναι του ονείρου ένα απ’ τα αυθαίρετα καμώματά του.

Λοξά διαγράφει κύκλους κιμωλίας τ’ όνειρο
αλληλογραφεί αίφνης με το σούρουπο του Μάρτη
κι ανεβάζει πάλι στη σκηνή μια χορωδία
από  αρίφνητους αντάρτες και στρατιώτες παλιακών καιρών
σε  μια σκουριασμένη αλυσίδα αίματος και μνήμης
συλλαβίζουν περασμένες εποχές , με ζωές καταργημένες .

Νησιά ανατέλλουν στον ορίζοντα ενός  «αύριο»
που σαν αύριο θα ταξιδέψει στο τέρμα του θανάτου .
Ο αέρας υψώνει νέφη που ξανοίγονται στη δύση αιματηρά .

Γερασμένα , σκορπισμένα , γκρεμισμένα
τα χωριά σ’ εγκατάλειψη ρημάζουν
κι απ’ το δρόμο τους που φεύγει,
η νοσταλγία με σαξόφωνο κλαυθμού νωπό
σε κερνάει ένα φιλί προδοσίας που ωφελεί,
γιατί έσκαψε ο πόνος του το πέρασμά σου
στις ενήλικες του πόθου και του μόχθου τις πεδιάδες.
Τραβάει το όνειρο όλο πιο βαθιά στα μαύρα δάση,
καταποντίζεσαι στις χαρμολύπες άλλων εποχών.

Φορούν τα χρόνια που έπονται λερό αμπέχονο  οργής
μεσουρανεί ο ήλιος σκαρφαλώνοντας ψηλά.
Ο Μάλερ κάτι λέει στους τυμπανιστές του απροσίτου,
τα δέντρα γεμίζουν πάλι φύλλα με αινίγματα παλιά.
Μα άναρχο το όνειρο ανακατεύει τα χαρτιά της ιστορίας
καράβια αρμενίζουν αργοσάλευτα σε παλιές γραμμές λοξοδρομίας
και στων βουνών τα πρανή, σκάει,
η κυματαγωγή του μεγάλου γυρισμού,
ακουμπάει η περιπλάνηση στη σκιά, της Ιθάκης σου, των δέντρων …

Έξαφνα το όνειρο δαρμένο δραπετεύει στο παρόν
η πραγματικότητα επιστρέφει και κρατάει το ψαλίδι
τ’ όνειρο καταργείται  απολύτως στη στιγμή
ο υποβολέας κάτι ψιθυρίζει σαν ο βήχας φθισικού
« το παρελθόν δεν υπάρχει αν δεν περιέχεται στο εσαεί παρόν » …
Η νύχτα έξω πανσέληνος τρώει καραμέλες ανθρακίτη.
Εσύ ξύπνιος πια μες το βελούδινο σκοτάδι,
«αποβιβάζεσαι» εκεί που ζεις
στο είδωλο μιας πόλης που τα δέντρα είναι άφυλλα και ξένα
μηδέ έχει εδώ ομίχλη μηδέ αντάρα, εξόν και λογισθεί ομίχλη
η σιωπή και η πεποίθηση της εξορίας του εαυτού σου …

©Πάνος Νιαβής

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s